Capo Di Capi Weblog

Δέν Υπάρχουν Aθώα Θύματα

Γλώσσα και σκέψη

leave a comment »


Μια μελαγχολική διαπίστωση, καθώς παρατηρούμε την όλο και μειούμενη ανάγκη για τη γλώσσα μας να παράγει δικούς της τεχνολογικούς, επιστημονικούς, πολιτιστικούς όρους, δηλαδή, λέξεις. Ο λόγος; Το παλιό γνωμικό: «Οπου δεν υπάρχει η έννοια ή το αντικείμενο, δεν υπάρχει και η λέξη». Με άλλα λόγια, η αναντιστοιχία μεταξύ του ανύπαρκτου εθνικού δημιουργικού μας έργου και της ανάγκης για έκφρασή του: Γλώσσα και σκέψη αναπτύσσονται σύμμετρα.

Το κακό είναι χειρότερο από αυτό που υποστηρίζεται επιφανειακά. Ότι το όλο ζήτημα δηλαδή εξαντλείται στο περιορισμένο λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν οι νεοέλληνες, στην κακοποίηση του συντακτικού και της γραμματικής, στην κατάχρηση των ξένων λέξεων.  Ή ακόμα και στην έλλειψη συνοχής του λόγου μας ή και της φράσης μας, στη δυσκολία να εκφραστούμε με σαφήνεια ή με πληρότητα, στην αδυναμία μας να ολοκληρώσουμε ένα νόημα.
Το θέμα, με άλλα λόγια δεν είναι η έλλειψη γραμματικής παιδείας, ούτε το αν θα λέμε «της καθοδήγησης» ή «της καθοδηγήσεως», ή το «μετρό» αντί «υπόγειος». Όλα αυτά, σοβαρά μεν, δεν αποτελούν παρά μια φιλολογική προσέγγιση και θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από μια σωστή γλωσσική αγωγή, ώστε τα συμπτώματα τους συν τω χρόνω να ελαττωθούν ή και να εκλείψουν.

Το πρόβλημα είναι η γλωσσική αχρησία, η αβουλία και η ατονία, η οποία όμως είναι μέρος της γενικότερης εθνικής αβουλίας που χαρακτηρίζει την τρέχουσα ελληνική ζωή στο σύνολό της.
Μετά τη μεταπολίτευση, η όποια παράδοση συνεχούς πρωτογενούς σκέψης ατονεί σταδιακά έως νεκρώσεως. Η πολιτική, πνευματική και κοινωνική ελίτ της χώρας διαπαιδαγωγείται πλέον αγγλοσαξονικά στο εξωτερικό, μαθαίνει να σκέφτεται αγγλοαμερικανικά, να καθρεπτίζεται σε υπερατλαντικούς καθρέπτες, να μην αναγνωρίζουν εαυτούς σε τίποτα ελληνικό και την παράδοση.

Με την απώλεια των παλαιών κωδίκων επικοινωνίας χάθηκε η εθνική μας ζωή, το αίσθημα της κοινότητας, το γηγενές βάθος, και το αίσθημα του προορισμού, που τον συντηρούσε επί αιώνες. Τι υπερασπιζόμαστε σήμερα ως έθνος; Και για πιο λόγο λεγόμαστε Έλληνες. Ή τι το κοινό έχουμε με τους Ελληνες παλαιοτέρων εποχών;
Ας μη γίνεται λόγος για τους αρχαίους Ελληνες… Διότι αν συμφωνήσουμε με τον Ισοκράτη ότι: «Ελληνες καλούνται οι της παιδεύσεως της ημετέρας μετέχοντες», τότε βέβαια θα δυσκολευτούμε να διεκδικήσουμε οποιουσδήποτε τίτλους ελληνικότητας.
Είναι η πρώτη φορά στην μακραίωνη ιστορία της, που η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει. Κι αυτό γιατί δεν έχει τι να πει. Γιατί εμείς δεν έχουμε τι να πούμε. Αυτό που έχει να πει σήμερα η ελληνική γλώσσα, το λέει πιο καλά, πιο οικονομικά και πιο αυθεντικά η αγγλική. Πλέον, η ελληνική γλώσσα απλώς μεταφράζει. Ο ελληνικός λαός δεν έχει πια κανένα μήνυμα και καμιά δική του εκδοχή του κόσμου, την οποία να θέλει γλωσσικά να υπερασπισθεί στην παιδεία, την τέχνη, τη διοίκηση, την εκκλησία. Και όχι μόνο γλωσσικά, αλλά και αρχιτεκτονικά, επιστημονικά, καλλιτεχνικά, πολεοδομικά, καταναλωτικά κλπ.
Το χειρότερο: Το ελληνόπουλο σήμερα, στην εξοπλιστική του ηλικία, πλάθει και ασκεί το εκφραστικό του όργανο στην ξένη γλώσσα. Το ίδιο, οι νέοι επιστήμονες δεν μιλούν απλώς αγγλικά, αλλά σκέφτονται αγγλικά.

Οι ηγεμονικές ελίτ που γενικώς κατέχουν σήμερα την εξουσία στην Ελλάδα, όχι μόνο την πολιτική και οικονομική, αλλά και την ευρύτερη διοικητική του ιδιωτικού, αλλά και μέρους του δημόσιου τομέα, έχουν διαπαιδαγωγηθεί αγγλοσαξονικά. Με τον όρο «αγγλόσαξονικά» εννοούμε την παιδεία, τις εμπειρίες, την κουλτούρα γενικότερα, με την οποία έχουν διαποτισθεί οι ηγεσίες της πολιτικής, του μάνατζμεντ και της οικονομίας, ως προϊόν κυρίως  των μάκρο και μίκρο – οικονομικών  που διδάσκονται στα αγγλοαμερικανικά κολέγια και πανεπιστήμια.

Παιδευτικά απομακρυσμένα από κάθε τι ελληνικό, τα μέλη αυτής της ελίτ, είναι δικαιολογημένα ανίκανα να σκεφθούν τη γεωπολιτική και ιστορική Ελλάδα δυναμικά, με όρους αυτοτέλειας και ιστορικότητας. Είναι τόσο βέβαιο, όσο και αντικειμενικά κατανοητό, ότι δεν μπορούν παρά να βλέπουν τη χώρα με τα μάτια των ξένων. Η σκέψη τους και η δράση τους είναι ετερόφωτη, ετεροκατευθυνόμενη, βαθύτατα ομογενοποιημένη και συμπλεγματική. Κάθε ιδιομορφία, ετεροχρωμία είναι γι΄ αυτούς κοπιώδης, παράτολμη και εν τέλει ανεπιθύμητη. Αδυνατούν να σκεφθούν τον εαυτό τους και τον τόπο με όρους άλλους εκτός των κολεγιακών εγχειριδίων.

Βλέπουν την Ελλάδα σαν case study, την οποία «αναλύουν σε excel-άκια» και summary reports. Ενδεχομένως και να ντρέπονται και λίγο για τα μεσογειακά και βαλκανικά  χούγια μας.  Κάποιοι ίσως να ντρέπονται ακόμα και  για τους αγράμματους γονείς τους.

Με απαρχές τη μεταπολίτευση και για τους λόγους που κάπως εξηγούνται παρακάτω, κάθε παράδοση παραγωγής πρωτογενούς πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής σκέψης στην Ελλάδα ατονεί. Ατονεί μέχρι νεκρώσεως, ακόμη και η παραδοσιακή μορφωτική και πνευματική σύνδεση και συγγένεια με την Ευρώπη.  Στο «εσωτερικά ταραχώδες» για τον ψυχισμό του νεοέλληνα αυτό διάστημα διαταράχθηκε η ταυτότητά μας. Είχε προηγηθεί το τελευταίο μέρος της ιστορίας μας που εκτείνεται στη δεκαπενταετία 1960-1974 και διαιρείται σε ένα πρώτο κεφάλαιο 1960-1967 και ένα δεύτερο 1967-1974. Μεταξύ 1960 και 1967 διαπερνά την κοινωνία μας ένα τονωτικό αεράκι πολιτισμικής δροσιάς. Από το 1967 μέχρι το 1974 η κατάσταση ανατρέπεται και η κοινωνία μαζεύεται.

Η μεταπολίτευση άλλαξε πολλά, καθώς το λαϊκό στοιχείο ήρθε δυναμικά στην επιφάνεια, εισάγοντας ένα αντισυμβατικό ήθος ανερχόμενου μέχρι το 1981 και κατόπιν κυρίαρχου λαϊκισμού. Μεγάλοι αριθμοί, πρότινος απόκληρων, άρχισαν να απολαμβάνουν κοινωνικά και οικονομικά αγαθά, που ήταν μέχρι τότε προνόμιο ολίγων. Δημιουργήθηκε αναστάτωση και ο τόπος για αρκετά χρόνια κυβερνήθηκε με τρόπο εμπειρικό και αυτοσχέδιο, εν ονόματι  κάποιου «ραντεβού με την ιστορία».

Τα πιο πριν δεν είναι και πολύ μακριά. Οι απόγονοι του 1821 έγιναν μικροαστοί, ένας λαός γέρος και νήπιο συγχρόνως, πολύ ολιγαρκής πνευματικά. Η δίψα του για κάτι ανώτερο χόρταινε με το κάθε κουρέλι της Ευρώπης.

Στη συνέχεια, στον διαμορφωτικό 19ο αιώνα κάποια μεγάλα πνεύματα του ελληνισμού αναζήτησαν απαντήσεις, κοιτώντας μεν προς τη Δύση, αλλά συγχρόνως και προς το ελληνικό παρελθόν. Με αφορμή την ήττα του 1897 και την καταστροφή του 1922 γεννήθηκε ένα γηγενές πνεύμα που εκφράστηκε και στοχάστηκε με αυτόχθονες αυθεντικούς όρους την ταυτότητα, τις δυνατότητες, την ιδιοσυστασία, τους δρόμους που ανοίγονταν στον κρίσιμο 20ο αιώνα  Η κληρονομιά τους ήταν κληρονομιά υπερηφάνειας και αυθεντικότητας. Και είναι αυτή που κράτησε ζωντανό τον ελληνισμό μέσα στους πολέμους, την κατοχή, τον εμφύλιο έως την δικτατορία του 1967.

Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα μας. Tι αποκομίζουν οι περιφερειακές ελίτ συμπεριλαμβανομένων και των δικών μας, από τα ούτω καλούμενα «Ivy League» πανεπιστήμια, όπου αναπαράγεται η αμερικανική ηγεσία και αυτή των δορυφόρων;  Ποια εφόδια αποκομίζουν εκεί, ώστε να αναπτύξουν εδώ μια πρωτογενή σκέψη, προσαρμοσμένη στο ευρωπαικό, μεσογειακό, βαλκανικό σύμπλεγμα που συνιστά την Ελλάδα;

Τα έθνη και οι  κοινωνίες διαθέτουν ταυτότητα, διαθέτουν χαρακτηριστικά και διαμορφώνουν ειδοποιούς διαφορές. Δεν είμαστε όμοιοι με τους Σουηδούς, ούτε αυτοί με τους Αμερικανούς. Το ζητούμενο από τις ηγεσίες κάθε χώρας είναι η ανάπτυξη πρωτογενούς σκέψης, ώστε να αναπτυχθεί, να παραχθεί πρωτογενής αυτόχθων πολιτική δράση με γηγενές βάθος, που θα αντιμετωπίζει τοπικά και περιφερειακά προβλήματα επωφελώς για τη χώρα. Κι ακόμα, ο σεβασμός των εθνικών χαρακτηριστικών, των ψυχοπνευματικών γνωρισμάτων, των αναγκών, των ιδιαιτεροτήτων, των ιστορικών εθισμών της κοινωνίας.

Η ουσία των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων δεν είναι γνωσιακής-διανοητικής τάξεως. Είναι προβλήματα συγκρότησης αξιών και αναζήτησης του άριστου συνδυασμού επίλυσης ηθικοπολιτικών διλημμάτων με σκοπό τη μεγαλύτερη συνολική ικανοποίηση, υλική και πνευματική του μέσου κοινωνικού ατόμου. Τα εγχειρίδια business administration των τεχνοκρατών που ασκούν πολιτικο-οικονομική διαχείριση είναι αστεία εφόδια για την αναμέτρηση με τα σύνθετα γεωπολιτικά, ιστορικά, ανθρωπολογικά διακυβεύματα των σημερινών μεταιχμιακών συνθηκών.

Τα άτομα αυτά είναι ακατάλληλα να υποδείξουν λύσεις σε τέτοια ζητήματα. Με την ίδια λογική που μια  διανοουμενίστικη πολιτική θεωρία-κατασκεύασμα «πνευματικών» ανθρώπων δεν δικαιώθηκε ποτέ, μόνη της, μέσα στο μακροπρόθεσμο καμίνι της ιστορίας. Γι΄ αυτό ο Καστοριάδης χαρακτήριζε «απόλυτο φενακισμό» την απαίτηση κατασκευής ενός θεσμικού συστήματος, πάνω στο χαρτί, που θα εγγυάται σταθερότητα, ελευθερία και δικαιοσύνη.

Advertisements

Written by CapoDiCapi

27 Νοεμβρίου 2010 στις 18:25

Αναρτήθηκε στις Ανθρωπος, Ελλάδα, Κοινωνια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: